Στο πρώτο βιβλίο της τριλογίας ΤΟ ΣΚΗΠΤΡΟ ΤΟΥ ΦΟΙΝΙΚΑ, ο Νάθαν Άντλερ ανακαλύπτει ότι είναι Αιρετός, ένας από τους τέσσερις Φύλακες των Δυνάμεων της Χώρας-Γαίας. Δυστυχώς, ο Βαρχαΐριαν, απόγονος των έκπτωτων Τιτάνων, ξεγελά τους Αιρετούς και «ξεκλειδώνουν» τις δυνάμεις της Κοσμογονίας. Μπροστά στον κίνδυνο καταστροφής της Χώρας-Γαίας, ο Νάθαν και οι υπόλοιποι Αιρετοί με την βοήθεια φίλων και συμμάχων πρέπει να βρουν την τοποθεσία που είναι κρυμμένο το Σκήπτρο του Φοίνικα, το μαγικό τεχνούργημα του Δικέου που μπορεί να κλειδώσει πάλι τις δυνάμεις της Κοσμογονίας. Επτά μαχητές πρέπει να παλέψουν, να αγωνιστούν και να πεθάνουν για να σταματήσουν την Επικράτηση του Κακού. Η αναζήτηση τελειώνει με την εύρεση του Σκήπτρου στον τάφο του βασιλιά Ισκαντάρ.
------------------------------------------------
------------------------------------------------
ΤΟ ΣΚΗΠΤΡΟ ΤΟΥ ΦΟΙΝΙΚΑ
ΒΙΒΛΙΟ 1ο
Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΚΗΠΤΡΟΥ
Δέντρο σε καταιγίδα
Το σκοτάδι είχε αρχίσει να απλώνει το μαύρο του πέπλο στο βουνό. Η καταιγίδα εξακολουθούσε να δυναμώνει και να τον εμποδίζει να δει καθαρά μπροστά του. Οι κεραυνοί έσχιζαν τον ουρανό και τα διάφορα ζώα του δάσους έτρεχαν έντρομα να κρυφτούν. Αυτός εξακολουθούσε να περπατά με δυσκολία στο κακοτράχαλο μονοπάτι. Τα πόδια του βάραιναν. Είχε εξαντληθεί από την ανάβαση στο Βαλδούριο Όρος. Ωστόσο κάτι μέσα του τού έλεγε πως πρέπει συνεχίσει να προχωράει. Να συνεχίσει. Που, όμως, κατευθυνόταν;
Η καταιγίδα έδερνε αλύπητα το πρόσωπο του κάνοντας ακόμα πιο κουραστική την πορεία προς την κορυφή. Σταματούσε συχνά για να ξεκουράζεται. Μετά από λίγο προχωρούσε πάλι. Το σκοτάδι πλέον είχε καλύψει τα πάντα και μόνο το αχνός φως του φεγγαριού φώτισε την ατραπό. Ξαφνικά σταμάτησε και αφουγκράστηκε. Αισθανόταν ότι κάποιος τον ακολουθούσε. Γυρνά το κεφάλι και κοιτάει με αγωνία. Δεν φαίνεται τίποτα. «Μάλλον θα είναι η φαντασία μου», σκέφτηκε.
Κοιτώντας ψηλά στην κορυφή άρχισε να διακρίνει κάτι. Δεν ήταν σίγουρος για το τι υπήρχε εκεί. Ένιωθε ότι τον έλκυε κοντά του. Δεν μπορούσε να αντισταθεί σ’ αυτό. Άρχισε να τρέχει προς τα εκεί, μήπως και βρει καταφύγιο. Το μονοπάτι, όμως, είχε πλέον στενέψει και είχε γεμίσει κοφτερά βράχια και πέτρες. Πίσω του άκουγε βήματα να πλησιάζουν. Κρύος ιδρώτας έλουσε το κορμί του. Ρίγος τάραζε το σώμα του και η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή. Φοβόταν να κοιτάξει πίσω. Εξακολουθούσε να τρέχει προς την κορυφή. Μία αστραπή φώτισε την κορυφή μπροστά του. Υπήρχε κάτι πελώριο που έμοιαζε να τον κοιτάζει απειλητικά. Ή τουλάχιστον έτσι του φάνηκε.
Η ανάβαση σε λίγο έφτασε στο τέλος. Είχε σκαρφαλώσει επιτέλους στην κορυφή. Ήταν κατάκοπος και εξαντλημένος. Η δυνατή νεροποντή δεν έλεγε να κοπάσει. Σύννεφα κάλυπταν σιγά – σιγά το φεγγάρι και το λιγοστό φως που υπήρχε αργόσβηνε. Κοίταξε γύρω του ανήσυχα. Άκουγε ψιθύρους και κάποιον ή κάτι να βαριανασαίνει. Έτρεξε προς το τεράστιο όγκο που ορθωνόταν απειλητικά μπροστά. Ομοβροντίες από κεραυνούς έκαναν την νύχτα μέρα φωτίζοντας σχεδόν τα πάντα στο Βαλδούριο Όρος. Μπροστά του στεκόταν πελώριο ένα πανέμορφο δέντρο. Στάθηκε με ανοιχτό το στόμα να χαζεύει αυτό το σπανίου ομορφιάς δέντρο. Αυτό ορθωνόταν εκεί αγέρωχο, σαν ένας φύλακας που αγναντεύει την περιοχή και προστατεύει το βουνό από τα κακά πνεύματα και τους θανάσιμους κινδύνους· έμοιαζε σαν να μην το ενοχλούσε τίποτα, σαν να το χάιδευε η καταιγίδα απαλά το γέρικο κορμό του. Τα φύλλα του λαμπίριζαν στο σκοτάδι και το θρόισμα τους δημιουργούσε μια πανέμορφη μελωδία που τον ηρεμούσε. Ο κορμός του αν και ήταν γέρικος, είχε μια βελούδινη αφή. Έμοιαζε σαν να έκρυβα κάτι μέσα του. Κάτι μαγικό που του έδινε μια άγρια ομορφιά. Έτσι όπως ήταν κουρασμένος, ένιωσε να τον πλημμυρίζει ένα ανεξήγητο αίσθημα ασφάλειας. Έγειρε και ακούμπησε στο δέντρο για να αποκοιμηθεί από την μελωδία των φύλλων. Η ηρεμία του δέντρου είχε απομακρύνει κάθε φόβο του και ανησυχία0.
Ξάφνου, ένας εκκωφαντικός θόρυβος διατάραξε τον ήχο της καταιγίδας. Ένας φλογερός κεραυνός κατέβηκε και έσχισε στα δύο αυτό το αγέρωχο δέντρο τινάζοντάς τον στην άκρη του γκρεμού. Αυτό που μέχρι πριν έμοιαζε απρόσβλητο σε οποιαδήποτε δύναμη της φύσης τώρα είχε κοπεί στη μέση, όπως ένας χαρτοκόπτης κόβει τα φύλλα. Μια ανατριχιαστική κραυγή τον έκανε να τρομάξει. Κοίταξε κάτω στον γκρεμό. Είδε μια γυναίκα στα μαύρα να αιωρείται και να του δείχνει προς το δέντρο. Το πρόσωπο της καλυμμένο με ένα μαύρο πέπλο έμοιαζε να λάμπει, όπως ακριβώς έλαμπαν πριν από λίγο τα φύλλα του δέντρου, αλλά ταυτόχρονα έδειχνε και να πονά.
– Ακούμπησε το δέντρο, του είπε δυνατά.
– Τι να κάνω; φώναξε και αυτός, γιατί από τον φόβο του είχε μείνει στήλη άλατος και δεν άκουγε τίποτα.
– Ακούμπησε το δέντρο, επανέλαβε επιτακτικά η γυναίκα με τα μαύρα.
– Πώς να το κάνω; αποκρίθηκε αυτός φοβισμένα.
– Βάλλε τα χέρια στα δύο μέρη και προσπάθησε να το αγκαλιάσεις κρατώντας το σφιχτά, του φώναξε και άρχισε να αιωρείται προς το μέρος του.
–Και τι θα γίνει αν το ακουμπήσω; σκέφτηκε με απορία.
– Έχε μου εμπιστοσύνη και κάνε ότι σου λέω, του είπε δυνατά, κάνοντας τον να τρομάξει ακόμα περισσότερο.
Σκέψεις άρχισαν να τριγυρίζουν μέσα στο κεφάλι του. Ποια είναι αυτή η γυναίκα; Πως βρέθηκε ξαφνικά εκεί; Πως είναι δυνατόν να αιωρείται και μάλιστα να διαβάζει τη σκέψη του. Η καταιγίδα άρχισε ξανά να μαίνεται στην κορυφή του Βαλδούριου Όρους. Απομακρύνθηκε από τον γκρεμό και άρχισε να πλησιάζει πλάι το δέντρο. Διστακτικά άπλωσε το χέρι του στο δέντρο. Ένιωσε κάτι να τον ηλεκτρίζει και το τράβηξε απότομα. ετοιμάζεται να φύγει και βλέπει πίσω την μαυροντυμένη γυναίκα να αιωρείται πίσω. Ο τρόμος που τον κυρίευσε να μεγαλώνει και πισωπάτησε γρήγορα.
– Γιατί δεν κάνεις ότι σου είπα; του φώναξε.
Έντρομος γυρνά και αγκαλιάζει το δέντρο. Οι παλάμες άρχισαν να καίνε. Έμοιαζε σαν να φεύγει κάτι από μέσα του και να ελκυόταν από το δέντρο. Προσπάθησε να τα τραβήξει μα δεν μπορούσε. Ο πόνος στα χέρια γινόταν αβάσταχτος και οδυνηρός. Σπρώχνει με τα πόδια να ξεκολλήσει από το δέντρο. Τελικά τα καταφέρνει. Και τότε συνέβη κάτι αναπάντεχο. Το δέντρο άρχισε να ενώνεται πάλι και να γίνεται όπως πριν. Τα χέρια του έκαιγαν ακόμα. Τα κοιτάζει και βλέπει έντρομος ότι είχε αποκτήσει ένα σημάδι· ένα Δέντρο στη καταιγίδα.
Πλέον το δέντρο είχε γίνει ξανά ένα, αλλά φαινόταν ότι κάτι του έλειπε. Ένα φως άρχισε να φέγγει πίσω του. Γυρνά και κοιτάζει πίσω. Η μαυροντυμένη γυναίκα άρχισε να γίνεται άσπρη και να φέγγει, ώσπου έγινε φως και πλημμύρισε όλη την περιοχή. Με μία αρμονική κίνηση τούτο το φως μπήκε μέσα στο δέντρο γεμίζοντας το με την μαγεία που είχε προηγουμένως.
Ο αέρας είχε σταματήσει να φυσάει. Η καταιγίδα είχε καταλαγιάσει. Ετοιμαζόταν να φύγει θεωρώντας ότι τελείωσε αυτό που έπρεπε να κάτι. Όμως κάτι τον αρπάζει. Ήταν ανήμπορος να αντιδράσει. Το έσερνε μέχρι τον γκρεμό και τον πέταξε στο κενό. Αισθάνεται σαν να τον ρουφάει μία δίνη. Το Δέντρο στην καταιγίδα καίει το χέρι του. Κάτι τον τραβάει μέσα...
Ο Νάθαν πετάγεται ιδρωμένος από τον ύπνο. Ανασηκώνεται από το κρεβάτι κατατρομαγμένος. «Τι εφιάλτης και αυτός!» αναρωτιέται. Με αργά βήματα πήγε στο μπάνιο του για να πλυθεί. Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του για να τον συνεφέρει. Κοίταξε στο καθρέπτη. Το βλέμμα του απλανές, χαμένο στα όνειρα. Αισθανόταν ότι τα χέρια του καίνε ακόμα. Τα κοιτάζει με επιμονή, λες και υπάρχει ακόμα χαραγμένο στο χέρι του το Δέντρο στην καταιγίδα. Είναι η δεύτερη εβδομάδα που βλέπει συνέχεια το ίδιο όνειρο, τον ίδιο τρομακτικό εφιάλτη!
Επέστρεψε στο δωμάτιο και κατευθύνθηκε προς το μπαλκόνι. Περπατούσε αργά και σταθερά στο φαρδύ πέτρινο μπαλκόνι του σπιτιού. Ατένισε επίμονα τον ορίζοντα για αρκετή ώρα λες και προσπαθούσε να διακρίνει τι υπήρχε στο βάθος της κοιλάδας της Τωρής. Με την σκέψη του ακόμα καρφωμένη στο νυχτερινό του εφιάλτη, δεν άκουσε την μητέρα του που τον φώναζε να κατέβει για το πρωινό. Ο Νάθαν χαμήλωσε το βλέμμα και σκεπτικός αντιλήφθηκε μία πυκνή ομίχλη κάλυπτε από άκρη σ’ άκρη την μικρή πόλη Νιόδης της περιοχής του Δαμεκόν. Αυτή η ομίχλη, πρωτόγνωρο φαινόμενο για την Νιόδη, δημιουργούσε μία αίσθηση κινδύνου, μια ανησυχητική ηρεμία πριν ξεσπάσει η μπόρα, και τυλιγόταν μέσα στα μικρά σοκάκια σαν ερπετά που κινούνται ύπουλα και νωθρά μέσα στα χόρτα παραμονεύοντας... Μήπως όλα αυτά είχαν σχέση με τον εφιάλτη που έβλεπε κάθε βράδυ εδώ και δύο εβδομάδες.
Τα βήματα της Μεδήτιας, της μητέρας του, διέκοψαν απότομα τις σκέψεις. Έστρεψε το κεφάλι του προς την μητέρα, χαμήλωσε το κεφάλι του και προχώρησε με γοργό βηματισμό πάλι μέσα στο δωμάτιό του. Η μητέρα τον κοίταξε ανήσυχα:
– Τι έχεις, παιδί μου; του είπε. Σου φωνάζω τόση ώρα και εσύ... Σταμάτησε να μιλά και τον περιεργάστηκε επίπονα. Τι σου συμβαίνει; Μοιάζεις λες και είδες φάντασμα ή κάτι τέτοιο; Και γιατί είσαι μούσκεμα στον ιδρώτα;
– Δεν έχω τίποτα, είπε ο Νάθαν και κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά για την τραπεζαρία. Κάθισε και έφαγε το πρωινό του αμίλητος. Το μυαλό του ακόμα ταξίδευε στο Βαλδούριο Όρος και στο εφιαλτικό όνειρο της χθεσινής νύχτας. Όσο και αν προσπαθούσε δεν μπορούσε να ξεχάσει αυτή τη νύχτα. Και πως να την ξεχάσεις, αφού ο ίδιος εφιάλτης έκανε ξανά και ξανά την εμφάνιση του. Είχε αρχίσει να στοιχειώνει τα όνειρα του. Αυτό όμως που τον παραξένευε περισσότερο ήταν ότι όλο το όνειρο έδειχνε οικείο σ’ αυτόν, σαν να το είχε ξαναδεί παλαιότερα!
Μόλις τελείωσε το πρωινό του, βγήκε έξω στο κήπο για ηρεμήσει. Ο ήλιος είχε αρχίσει να ξεπροβάλλει μέσα από τα σύννεφα και οι αχτίδες του τρυπούσαν την ομίχλη που είχε καλύψει την μικρή πόλης της Νιόδης. Ο Νάθαν ξάπλωσε στην γέρικη καστανιά του κήπο του, μιας και αγαπούσε να βρίσκεται κοντά στη φύση. Του δημιουργούσε μια ξεχωριστή αίσθηση γαλήνης και ηρεμίας, που τον ανανέωνε ψυχικά και σωματικά. Του άρεσε να περνά τις ώρες μέσα στα δάση που έσφυζαν από ζωντάνια και δίπλα στα ποτάμια που το κελάρυσμα τους ήταν μια μελωδία θεϊκή. Βλέπετε αυτός ο νεαρός φάλαν, αν και ήταν μόλις τριαντατριών χρονών, είχε γυρίσει όλη την ευλογημένη κοιλάδας της Τωρής, από το δασώδες Βαλδούριο όρος που ήταν στο βορειοανατολικό άκρο της κοιλάδας και τα απροσπέλαστα βουνά των Ατζάρων, στα δυτικά της Τωρής, έως τον μεγάλο ποταμό Χαίλμοννα που πότιζε την κοιλάδα και έδινε ατελείωτο νερό στη ζωή των φάλαν.
Οι Φάλαν ήταν μία φυλή των Ανθρώπων που ζούσε στην νοτιοανατολική περιοχή της Χώρα-Γαίας. Ήταν σχετικά λεπτοκαμωμένοι, μετρίου αναστήματος με φαρδιές πλάτες. Την χαρακτήριζαν ως μια ιδιαίτερα φιλήσυχη φυλή που ασχολούνταν με τη γεωργία και την ξυλουργία. Οι φάλαν ήταν προικισμένοι με ιδιαίτερη σοφία, αλλά και με το γεγονός ότι, σε αντίθεση με τους άλλους Ανθρώπους, ζούσαν πολλά χρόνια. Συνήθως 160 με 180 χρόνια. Υπήρχαν βέβαια μερικοί που είχαν συμπληρώσει και δύο αιώνες ζωής, όπως ο γερός Ίαπτος, παππούς της Μεδήτιας που έζησε 204 χρόνια. Όλοι όμως θυμούνται τον Φανάλιερ, το πιο ένδοξο φάλαν που πολέμησε ηρωικά σε πολλές μάχες· ακόμα και στην τιτάνια μάχη ενάντια στον Βαρμπούριαν, το διαφθαρμένο απόγονο των Τιτάνων. Λέγεται ότι έζησε 272 χρόνια, αλλά δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για κάτι τέτοιο, αφού τόσα χρόνια μετά το 365 ε.κ. ο Φανάλιερ είχε γίνει θρύλος. Οι φάλαν ζούσαν εδώ και 912 χρόνια στην κοιλάδα της Τωρής. Είχαν εγκατασταθεί εκεί μετά από την καταδίωξη τους από Κυνηγούς και τους Θηρευτές κατά τον μεγάλο εμφύλιο πόλεμο που είχε ξεσπάσει μεταξύ των φυλών των Ανθρώπων για τη διαχείριση των λαφύρων από τον πόλεμο ενάντια στον Βαρμπούριαν. Οι Φάλαν έμεναν τώρα στην κοιλάδα της Τωρής στην περιοχή της Δαμεκόν, χωρίς να έχουν πολλές επαφές με τους άλλους κατοίκους της Χώρας-Γαίας. Ωστόσο οι παλαιότεροι αναπολούσαν το Φάλανον, την περιοχή από όπου ήρθαν οι πρόγονοι τους. Ας γυρίσουμε όμως πίσω στην ιστορία μας, στον Νάθαν που ξαπλωμένος στον κήπο του θέλει να λησμονήσει τον εφιάλτη...
Η ώρα περνούσε και ο Νάθαν εξακολουθούσε να αγναντεύει τα Άτζαρα βουνά. Ξαφνικά μια ιδέα του καρφώθηκε μια ιδέα στο μυαλό: να ανεβεί στο Βαλδούριο όρος και να πάει στην περιοχή που ονειρεύτηκε. Πίστευε πως έτσι θα μπορούσε να καταλάβει γιατί βλέπει το ίδιο όνειρο εδώ και δύο εβδομάδες. Κάτι μέσα του τον παρακινούσε να πάει εκεί έχοντας την ελπίδα ότι θα λυνόταν αυτό το μυστήριο που κάλυπτε το όνειρο του. Πήγε μέσα στο σπίτι για να ετοιμάσει τον σάκο με τις προμήθειες για το μικρό αυτό ταξίδι. Σκόπευε να διανυκτερεύσει στον πανδοχείο του γερο Φαβόρ στην πόλη του Τόκρις, το βορειότερο σημείο της κοιλάδας της Τωρής.
Αφήνοντας ένα σημείωμα καρφωμένο στο πίσω μέρος της πόρτας έφυγε βιαστικά για το Βαλδούριο Όρος. Ήταν δύο μέρες δρόμος μέχρι να φτάσει στους πρόποδες αυτού του επιβλητικού βουνού. Περπατώντας γρήγορα, σχεδόν τρέχοντας, πέρασε τα όμορφα πλακόστρωτα δρομάκια της πόλης του. Έσφυζαν από ζωή, καθώς τα μικρά παιδιά έπαιζαν ανέμελα στα καλντερίμια και οι γέροντες τα κοιτούσαν με χαρά λαχταρώντας την ηλικία. Βγαίνοντας έξω από την πόλη ο καθαρός αέρας γέμισε τα πνευμόνια και τον έκανε να αποκτήσει κέφι. Ακόμα η μέρα ήταν συννεφιασμένη και μέσα στην πόλη αισθανόταν ότι κάτι τον έπνιγε. Ήξερε πως όταν θα άρχιζε να διαβαίνει τα πανέμορφα χρυσαφί λιβάδια, η διάθεση του θα άλλαζε. Δεν είχε άδικο· η ομορφιά της φύσης χαλάρωνε το μυαλό του. Αν και ήταν γνήσιος φάλαν στην καταγωγή, ωστόσο διέφερε πάρα πολύ από τους υπόλοιπους. Ήταν ένας αεικίνητος φάλαν που ήθελε να γνωρίσει όλη την Χώρα-Γαία, να ταξιδέψει σε ονειρικά μέρη.
Είχε ήδη να βραδιάζει και ο Νάθαν περπατούσε χαρούμενος στα λιβάδια της Εσπέρας ξέροντας ότι σε λίγο θα έφτανε στην πόλη του Τόκρις. Πλέον το εφιαλτικό όνειρο έμοιαζε σαν μια κακή ανάμνηση, αφού το μυαλό του είχε πλημμυρίσει από τα πανέμορφα τοπία που είδε στην πορεία του προς το Τόκρις. Κάποια στιγμή σταμάτησε και ανασήκωσε το κεφάλι του να αγναντεύσει το Βαλδούριο Όρος τώρα που ο ήλιος πήγαινε σιγά σιγά να κοιμηθεί. Τα ροδοκόκκινα χρώματα της δύσης είχαν καλύψει το βουνό κάνοντας το ακόμα πιο ωραίο, ακόμα πιο επιβλητικό, αλλά και πιο μυστηριώδες. Εξάλλου πάντοτε το βουνό αυτό δημιουργούσε μια αίσθηση μυστηρίου. Ακόμα και ο Φαλάντιερ λέγεται ότι έτρεμε να το σκαρφαλώσει, γιατί στις κορυφές του κατοικούσαν κάποια τρομερά όντα, τα τάδοντα, ένα είδος λιονταριού που μπορούσε να μεταλλάσσεται και σε άλλα ζώα. Ήταν πανίσχυρα, αιμοβόρα, εξαιρετικοί κυνηγοί, αλλά είχαν μια θανάσιμη αδυναμία. Δεν άντεχαν το φως.
Η νύχτα είχε απλωθεί σε όλη την κοιλάδα της Τωρής και η φύση νωθρά και ήσυχα λαγοκοιμόταν. Μόνο τα διάφορα ζώα της νύχτας ακουγόταν μέσα στην σιωπή του σκοταδιού. Ευτυχώς μόλις τελείωσαν τα λιβάδια της Εσπέρας συνάντησε έναν έμπορο της Νιόδης που ταξίδευε για το Τόκρις. Ο νεαρός χωρίς να το πολυσκεφτεί πήδηξε στο κάρο του. Σε λίγο πλησίασαν τις πύλες του Τόκρις. Κατέβηκε από το κάρο και ακούμπησε στις τεράστιες ξύλινες πύλες, στις οποίες εξείχαν μεταλλικά καρφιά. Το παραθυράκι των πυλών άνοιξε ξαφνικά κάνοντας ένα ανατριχιαστικό ήχο. Ο φύλακας τον επεξεργάστηκε αμήχανα και με φοβισμένο βλέμμα τον ρώτησε:
– Τι γυρεύεις τέτοια ώρα, ξένε, στην φιλήσυχη πόλη μας και μάλιστα μόνος χωρίς κάποια συνοδεία, κάποια παρέα ή κάποιο συνοδοιπόρο;
O Νάθαν έβγαλε την κουκούλα από το κεφάλι του και με σοβαρό ύφος του απάντησε.
– Το που πηγαίνω δεν σε αφορά, γέροντα, και ούτε θα έπρεπε να σε ενδιαφέρει. Η δουλειά σου είναι να φυλάγεις το Τόκρις από τους εχθρούς και όχι να κάνεις αδιάκριτες ερωτήσεις. Μόνο απάντησε γρήγορα στην ερώτηση μου: είναι ακόμα ανοικτό το περίφημο πανδοχείο του γερό-Φαβόρ;»
– Δυστυχώς, είναι ακόμα ανοικτό και εξακολουθεί να δέχεται διάφορους παράξενους τύπους, όπως εσύ απάντησε ο φύλακας με ειρωνικό ύφος και άνοιξε μια βοηθητική πόρτα, δίπλα από τις πύλες του Τόκρις για να μπει μέσα ο Νάθαν. Με αργά βήματα ο Νάθαν διάβηκε μέσα από την πόρτα. Ανασήκωσε το κεφάλι. Μετά από πολύ καιρός βρισκόταν πάλι στην όμορφη πόλη του Τόκρις. Πάνε 14 χρόνια από τότε που είχε πρωτοέρθει εδώ με τον παππού για κάποιες «μυστικές» υποθέσεις, όπως τις χαρακτήριζε ο γερο-Σορδές. Κινήθηκε ταχύτατα μέσα στα δρομάκια της πόλης που λαμπύριζαν εξαιτίας των φαναριών. Οι σκιές έκαναν διάφορα παιχνίδια και δημιουργούσαν την εντύπωση ότι έστηναν κάποια συνομωσία.
Στη γωνία φάνηκε επιβλητική η κρεμαστή ταμπέλα «Η εστία του Φαβόρ». Χαμογέλασε και πλησίασε στην πόρτα. Μπήκε μέσα τόσο αθόρυβα που σχεδόν κανένας δεν τον αντιλήφθηκε. Έβγαλε την κάπα και κοντοστάθηκε να περιεργαστεί τον χώρο. Είχε αλλάξει πολύ το πανδοχείο από την τελευταία φορά που το επισκέφτηκε. Το καπηλειό δίπλα από το γραφείο είχε αναδιαρθρωθεί και πλέον υπήρχαν όμορφα τραπέζια όπου μπορούσες να καθίσεις να φας και πιεις. «Μάλλον θα κάνει καλές δουλειές» αναλογίστηκε ο Νάθαν. Μια διαπεραστική φωνή, όμως, σταμάτησε τις σκέψεις.
– Νάθαν Άντλερ! Ποίος καλός άνεμος σε φέρνει στα μέρη μας; Καλώς ήρθες! Ήταν ο γερο-Φαβόρ, που τον αναγνώρισε πίσω από τον μπαρ. Έλα εδώ να σε κεράσω μια μπίρα ή οτιδήποτε επιθυμείς. Βλέπεις δεν έρχονται συχνά στα μέρη μας φάλαν από την Νιόδη.
– Τι κάνεις, γέρο-Φαβόρ; Δεν άλλαξες καθόλου! Βάλλε μου να πιω μια μπίρα και βάλλε μια και για σένα. Έχουμε πολλά να πούμε.
Ο γερο-Φαβόρ βιαστικά σερβίρει κάποιους θαμώνες και γρήγορα έβαλε δύο ποτήρια μπίρα. Ήταν περίεργος να ακούσει τι είχε να του πει ο νεαρός Άντλερ. Δεν μπορούσε να καταλάβει πως αυτός ο νεαρός είχε πάντα μέσα αυτή την ανησυχία για ταξίδια που τραβούσε πάνω του σαν μαγνήτης όλες τις περιπέτειες και τους κινδύνους. Ήταν σίγουρος πως πάλι τραβούσε προς κάποια περιπέτεια και γι’ αυτό ήθελε να μάθει όσον το δυνατόν περισσότερα.
Κάθισαν και τα είπαν σαν δύο παλιοί καλοί φίλοι. Ο Νάθαν το διηγήθηκε όλα όσα έκανε από τότε που τον είχε δει για τελευταία φορά, πριν από πέντε χρόνια. Κάποια στιγμή, καθώς η συζήτηση είχε προχωρήσει και η ώρα ήταν περασμένη, δύο ώρες μετά τα μεσάνυκτα, ο Φαβόρ ρώτησε για το σκοπό της επιστροφής του στο Τόκρις. Ο Νάθαν δίστασε. Δεν ήξερε αν θα έπρεπε να του αναφέρει για τους εφιάλτες που βλέπει, για το Δέντρο στην καταιγίδα και για τον πραγματικό σκοπό. Τελικά αποφάσισε να μη του φανερώσει την αλήθεια. Απλώς του είπε ότι θέλει να ξαναζήσει τις ομορφιές του Βαλδούριου Όρους και να επισκεφτεί ξανά τον τάφο του Φανάλιερ.
Όσο όμως και αν προσπάθησε να προσποιηθεί για τον πραγματικό σκοπό του ταξιδιού του, ο γερο-Φαβόρ κατάλαβε ότι ο Νάθαν κάτι έκρυβε. Κάτι πολύ σοβαρό.
– Καλά, παιδί μου, ό,τι πεις εσύ, με κατευναστικό βλέμμα. Δεν μπορώ να αμφισβητήσω τα λεγόμενα σου, αλλά πρόσεχε. Τώρα τελευταία τα πράγματα έχουν αρχίσει και γίνονται πολύ επικίνδυνα στο όρος. Πολλοί ξένοι που ήρθαν στο πανδοχείο μου έχουν αναφέρει περίεργα πράγματα. Πάντα το βουνό αυτό είχε μια μεγάλη δόση μυστηρίου, που οδηγούσε τους φάλαν να πλάσουν τόσους πολλούς μύθους. Ίσως να φταιει και το γεγονός ότι ακόμα και ο ένδοξος Φανάλιερ έτρεμε, όταν έπρεπε να μείνει εκεί. Ωστόσο τις τελευταίες δεκαπέντε μέρες έχω ακούσει πολλά. Λένε ότι τα ζώα τρέχουν παντού φοβισμένα, κρύβονται στις φωλιές τους και τις νύχτες τα ακούς που ουρλιάζουν από τον τρόμο τους· ακόμα και τα τρομερά τάδοντα μένουν έγκλειστα στις φωλιές του. Αλλόκοτες σκιές τριγυρνά μέσα στο δάσος και απόκοσμες φωνές ψιθυρίζουν ξεσηκώνοντας τα δέντρα λες και είναι ζωντανά». Κοντοστάθηκε και κοίταξε το ανέκφραστο πρόσωπο του Νάθαν. Διστακτικά συνέχισε να του αναφέρει. «Μα αυτό που μου έκανε περισσότερη εντύπωση είναι η ιστορία που μου ανέφερε ένας Κυνηγός ή τουλάχιστον έτσι μου είπε. Είχε πάει να κυνηγήσει μερικά ελάφια και ζαρκάδια στην Τελλούρια κορυφή του Όρους. Εκεί, ενώ ο ήλιος βρισκόταν στο μέσον του ταξιδιού του προς την δύση, ξαφνικά άρχισε να σκοτεινιάζει πολύ γρήγορα. Μαύρα σύννεφα άρχισαν να καλύπτουν τον καταγάλανο ουρανό και να σκοτίζουν τον νωχελικό ήλιο. σε ανύποπτη στιγμή το φως είχε χαθεί και μία άγρια καταιγίδα ξέσπασε. Κεραυνοί έσχιζαν τον ουρανό και έκαναν την γη να σείεται, βροντές κάλυπταν κάθε άλλο ήχο της μητέρας φύσης και αστραπές πλημμύριζαν όλο τον βουνό. Τότε ήταν που άκουσε μέσα στην καταιγίδα κραυγές πόνου και κάποια δέντρα να σχίζονται στα δύο. Νόμιζε ότι οι κραυγές έβγαιναν μέσα από τα δέντρα!
Χλόμιασε ο Νάθαν. Έχασε το κοκκινωπό χρώμα του δέρματός του. Τα πράγματα δεν πήγαιναν όσο καλά τα περίμενα. Πίστευε πως με τον ερχομό του στο Τόκρις και στο Βαλδούριο Όρος θα μπορούσε να βρει μια άκρη στον παράξενο και τρομακτικό εφιάλτη. Δυστυχώς, όμως, για μια ακόμα φορά διαψεύστηκε. Οι ιστορίες που του διηγήθηκε ο ιδιοκτήτης της εστίας τον έκανε να ανησυχήσει περισσότερο. Τελικά, τα εφιαλτικά όνειρα που τάραζαν εδώ και δύο εβδομάδες τον γαλήνιο ύπνο δεν ήταν καθόλου τυχαία. Πλέον δεν είχε καμία αμφιβολία ότι όλα αυτά είχαν κάποια σχέση. Κάποια παράξενη και τρομερή σχέση που τον έκανα να μην μπορεί να ηρεμήσει. Όμως, γιατί όλα αυτά συμβαίνουν σ’ αυτόν. Αυτός ήταν ένας απλός φάλαν.
Ο γέρο-Φαβόρ έμεινε ακίνητος να παρατηρεί τον Νάθαν. Κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά· κάτι που είπε τον είχε αναστατώσει πάρα πολύ, ώστε είχε γίνει κάτασπρος σαν φάντασμα. Ξαναπαίρνοντας το λόγο είπε:
– Προφανώς αυτά που μόλις σου ανέφερα δεν μοιάζουν να σε έχουν αφήσει ανεπηρέαστο. Κάτι ξέρεις γι’ αυτά και έχω την πεποίθηση ότι γνωρίζεις περισσότερα από όσα λες. Σέβομαι, παρόλα αυτά την σιωπή σου και δεν θα επιμείνω για να μάθω τι είναι αυτά που γνωρίζεις και για ποιο λόγο τελικά ήρθες εδώ; Πρέπει να σου πω και κάτι ακόμα πολύ σημαντικό. Τις τελευταίες τέσσερις μέρες εμφανίστηκε ασυνήθιστα μεγάλος αριθμός από ματοπούλια, αυτά τα τρομερά πουλιά – κατάσκοποι του κακού. Κάποιοι κάτοικοι του Τόκρις είδαν ότι έχουν δημιουργήσει μεγάλες φωλιές στο λόφο του Θωχάλ όπως διαβαίνεις για την Κεν. Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό, αλλά είμαι σίγουρος ότι το κακό άρχισε να ενδιαφέρεται και για την Δακεμόν. Κάτι τρέχει με εμάς, με την φύση μας, με το είναι της Χώρα-Γαίας. Φοβάμαι να μην βρισκόμαστε στις αρχές των Μεγάλων Ημερών της Καταστροφής που αναφέρουν τα βιβλία των σοφών φάλαν... Αρκετά, όμως, σε κούρασα με αυτές τις ιστορίες. Καλό είναι να ανεβείς επάνω και να ξεκουραστείς. Σου έχω ετοιμάσει ένα πολύ καλό δώμα που το δίνω μόνο σε ξεχωριστούς φίλους.
Αμίλητος και σκυθρωπός ο Νάθαν χαιρέτησε τον Φαβόρ και ανέβηκε αθόρυβα τα σκαλιά. Στο τέλος του διαδρόμου βρισκόταν το δωμάτιο που του είχαν δώσει· πάντα σε αυτό συνήθιζε να μένει όταν ερχόταν στον γερο-Φαβόρ. Θυμόταν ακόμα την πρώτη φόρα που διάβηκε το κατώφλι αυτού του δωματίου. Τα μικρά στρογγυλά παράθυρα του δωματίου είχαν θέα προς το Νότο, και όντας το πανδοχείο στην βορειανατολική άκρη της πόλη του Τόκρις, μπορούσε κανείς να δεις πανοραμικά το Τόκρις. Ήταν πραγματικά μια πανέμορφη εικόνα που του άρεσε να κάθεται για ώρες να την απολαμβάνει. Ο Νάθαν ξεκλείδωσε την πόρτα του δωματίου και μπήκε γρήγορα μέσα. Το δρύινο κρεβάτι ήταν κιόλας στρωμένο με μεταξένια σεντόνια και μάλλινα καφετιά σκεπάσματα. Ένα αχνό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του, καθώς σκέψεις και εικόνες του παρελθόντος ζωντάνεψαν ξανά.
Προχώρησε προς το παράθυρο και αγνάντεψε το τοπίο. Ήταν μία ξάστερη νύχτα και φαινόταν αχνά στο βάθος τα φώτα της Νιόδης. Η κούραση, όμως, της ολοήμερης οδοιπορίας τον είχε καταβάλλει και έπεσε να κοιμηθεί. Ο ύπνος δεν άργησε να το οδηγήσει στην χώρα του ονείρου. Εξάλλου η μέρα που πέρασε, ιδιαίτερα φορτισμένη του άφησε έντονα σημάδια· κυρίως στην ψυχή του, αφού το όνειρο με το Δέντρο στην καταιγίδα, αλλά και οι ιστορίες του γερο-Φαβόρ το είχαν αναστατώσει.
Ενώ κοιμόταν, ο ίδιος εφιάλτης ήρθε να στοιχειώσει για ακόμα μία νύχτα τα όνειρα. Ο ίδιος εφιάλτης.... και τώρα μάλιστα ακόμα πιο έντονος. Ίσως το Βαλδούριο Όρος να έπαιζε όντως κάποιο σημαντικό ρόλο σ’ αυτό το εφιαλτικό μυστήριο.
Τι ήταν αυτός ο εφιάλτης; Γιατί τώρα που φτάνει κοντά στον προορισμό γίνεται πιο έντονος; Ποιος μπορεί άραγε να απαντήσει σε αυτό το βασανιστικό ερώτημα; Αυτή τη φορά δεν ήταν όλο το όνειρο το ίδιο. Είχε αρχίσει να γίνεται πιο πραγματικό, πιο ρεαλιστικό, πιο έντονο, πιο καθορισμένο, πιο επικίνδυνο.... Πλέον τα διάφορα θολά τοπία του Βαλδούριου Όρους άρχισαν να παίρνουν μια καθορισμένη μορφή. Έβλεπε να ανεβαίνει σε μία στενή και κακοτράχαλη ατραπό. Δεξιά και αριστερά της ατραπού ο γκρεμός έμοιαζε ατελείωτος· μια χαοτική άβυσσος άπλωνε και κάλυπτε την περιοχή. Η πλαγιά του βουνού ήταν γυμνή, ακάλυπτη· το δάσος του όρους είχε από ώρα τελειώσει. Αυτή τη φορά η καταιγίδα ήταν ακόμα πιο δυνατή, σαν να ήταν οργισμένη...
Ανέβαινε αργά και με δυσκολία την πλαγιά προς την κορυφή. Σήκωσε το κεφάλι για να δει το τέλος του δρόμου του. Τίποτα. Το σκοτάδι και πυκνή βροχή δεν του επέτρεπαν να δει καθαρά τι βρίσκεται μπροστά του. Σε λίγο είχε πλησιάσει αρκετά στην κορυφή. Αυτή τη φορά ήταν σίγουρος ότι σκαρφάλωνε προς το ανώτερο σημείο της Τελλούριας κορυφής. Ο όγκος πάνω της είχε αρχίσει να γιγαντώνει, να θεριεύει· είχε γίνει πέντε φορές μεγαλύτερο από αυτόν. Όταν έφτασε εκεί, με προσεχτικά βήματα κοντοζύγωσε το δέντρο. Έστρεψε το βλέμμα προς το γκρεμό προσπαθώντας κάτω από το θαμπό φως της πανσέληνου να δει αν υπήρχε η μαυροντυμένη γυναίκα. Όσον και αν παρατηρούσε δεν υπήρχε τίποτα. Απολύτως τίποτα. Κάθισε κάτω από το δέντρο για να ξεκουραστεί. Κεραυνός εν αιθρία τραντάζει τον ουρανό και σχίζει στα δύο το δέντρο. Σηκώθηκε φοβισμένος και πλησίασε τον γκρεμό που περιέβαλε το δέντρο. Εκείνο το αιθέριο γυναικείο πλάσμα μέσα στα μαύρα ρούχα βρισκόταν εκεί και αιωρούταν· τον κοίταξε επιτακτικά και του έδειξε το δέντρο. Χωρίς πολλή σκέψη έφτασε δίπλα στο δέντρο και το παρατήρησε. Κομμένο στη μέση έδινε την όψη ενός ταλαιπωρημένου ανθρώπου που τον είχαν χτυπήσει όλες οι δυστυχίες. Άνοιξε τα χέρια του και αγκάλιασε το δέντρο. Οι παλάμεσ άρχισαν να καίνε, μία δύναμη τραβούσε δύναμη μέσα από αυτόν και την μετέφερε στο δέντρο. Ολόκληρο το κορμί του πονούσε και με τα πόδια έσπρωχνε το δέντρο για να ελευθερωθεί. Κάποια στιγμή τα κατάφερε, μα έπεσε καταγής κουρασμένος. Το χέρι του έκαιγε· το κοίταξε με τρόμο. Ήταν πάνω σχηματισμένο το Δέντρο στην καταιγίδα. Η γυναίκα που είχε φτάσει από ώρα πίσω του, άρχισε να μεταμορφώνεται σε ένα άσπρο φωτεινό στρόβιλο που με μία αρμονική κίνηση μπήκε μέσα στο δέντρο δίδοντας του ζωή, λάμψη, ζωντάνια και μια απόκοσμη μαγεία. Σηκώθηκε να φύγει. Ξαφνικά κάτι τον αρπάζει και τον σέρνει στον γκρεμό. Στρέφει το κεφάλι του προς τα πίσω, αλλά δεν μπορεί να δει τίποτα. Κάνει απεγνωσμένες απόπειρες να κρατηθεί από κάπου, να μην πέσει. Μάταια όμως. Βρίσκεται πάλι στο κενό. Το απύθμενο χάος τον τραβούσε προς τα μέσα. Έπεφτε. Έπεφτε ασταμάτητα, χωρίς τελειωμό. Το χέρι του έκαιγε ακόμα περισσότερο. Κάτι όμως το πιάνει και τον τραβά...
Ο Νάθαν πετάχτηκε πάλι ιδρωμένος από τον τρομερό εφιάλτη. Κοίταξε αμήχανα γύρω του. Δεν ήταν στο δωμάτιό του. Άνοιξε η πόρτα κείνη τη στιγμή και μπήκε μέσα ο γερο-Φαβόρ. Τότε συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν στο πανδοχείο «η Εστία του Φαβόρ».
– Είσαι καλά, Νάθαν; ρώτησε ο γερο-πανδοχέας. Άκουσα φωνές και ανησύχησα. Τι ήταν αυτό που έβλεπες; Μοιάζεις λες και το βίωνες πραγματικά; βομβαρδίζοντάς τον με ερωτήσεις. Ο Νάθαν με μισάνοιχτα μάτια τον κοίταξε και κατευθύνθηκε προς το μπάνιο, για να ρίξει λίγο νερό στο ιδρωμένο πρόσωπό του, ώστε να ξυπνήσει. Με αργό βήμα ξαναμπήκε στο δωμάτιο με το κεφάλι σκυμμένο. Δεν μπορούσε να ησυχάσει από αυτόν τον καταραμένο εφιάλτη. Οι εικόνες δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν από το ταραγμένο μυαλό του. Ο γερο-Φαβόρ παρατηρούσε με επιμονή αναζητώντας απαντήσεις στα ερωτήματα του. Η γέρικη του φύση μαζί με την ακράτητη περιέργεια τον παρακινήσουν να μάθει τι έγινε. Πίστευε πως όλο το μυστήριο που κάλυπτε αυτήν την επίσκεψη του Νάθαν μετά από καιρό, μπορεί να συσχετιζόταν με τον εφιάλτη του.
– Νάθαν, δεν μπορείς να μου βγάλεις από το μυαλό του, ότι αυτός σου ο εφιάλτης έχει να κάνει με το μυστήριο ταξίδι σου στο Βαλδούριο Όρος. Θα μου που πεις επιτέλους γιατί τόση μυστικότητα; Δεν μπορείς να με ξεγελάσεις εμένα; Αν και δεν είμαι τόσο γέρος έχουν δει τόσα τα βασανισμένα μάτια που μπορούν διακρίνουν πολλά. Πάρα πολλά. Ο γερο-Φαβόρ κόμπιασε για λίγο. Δεν ήταν σίγουρος αν έπραξε ορθώς που τα είπε αυτά.
– Δεν ξέρω, γέροντα, τι μου συμβαίνει. Αυτός ο εφιάλτης με έχει αναστατώσει εδώ και καιρό. Δεν θέλω να σου πω περισσότερο. Ελπίζω πως στο όρος θα βρω τις απαντήσεις που ψάχνω. Κάνε λίγη υπομονή και όταν γυρίσω, υπόσχομαι ότι θα σου τα πω όλα. Ή μάλλον σχεδόν όλα. Έως τότε, μόνο αυτά είναι καλύτερο να γνωρίζεις. Αυτή η μικρή συζήτηση δεν πρέπει να βγει έξω από τους τοίχους αυτού του δωματίου. Έγινα κατανοητός;
Χαμογελώντας ο γερο-Φαβόρ απήλθε του δωματίου και κατέβηκε στο ισόγειο του πανδοχείου. Τελικά ο Σορδές φρόντισε να αφήσει ένα αντίτυπό του στη Χώρα-Γαία για να μπλέκει με μυστήριες υποθέσεις, σκέφτηκε. Ο Νάθαν αφού ετοίμασε τα λιγοστά πράγματά του, ακολούθησε τον γέρο. Του χρειαζόταν ένα καλό πρωινό, για να τον συνεφέρει, να πάρει δυνάμεις μιας και είχε να κάνει μια δύσκολη πορεία προς το βουνό. Όταν έφτασε στην τραπεζαρία του πανδοχείου το πρόγευμα ήταν ήδη έτοιμο. Τον περίμενε ένα χορταστικό πιάτο με αυγά και μπέικον, χοιρομέρι, ζεστό σπιτικό ψωμί και φρέσκο γάλα από τις κατσίκες του γερο-Φαβόρ. Σίγουρα ήταν ότι ακριβώς χρειαζόταν. Έκατσε αναπαυτικά στην καρέκλα του και έφαγε γρήγορα το φαγητό. Αναμφίβολα τον γέμισε δύναμη. Σηκώθηκε να φύγει. Ο γερο-Φαβόρ έτρεξε για να τον προλάβει. Του είχε ετοιμάσει ένα μικρό δεμάτι με νοστιμότατο σπιτικό φαγητό. Θα του χρειαζόταν οπωσδήποτε, αφού έπρεπε να ανεβεί μέχρι την Τελλούρια κορυφή.
Η προθυμία του γερο-Φαβόρ να τον φροντίζει γέμισε τον Νάθαν με μεγάλη χαρά. Είχε ανάγκη συμπαράστασης από οικογενειακό φίλο και κατανόηση τώρα που έπρεπε να ανεβεί στο βουνό· για να βρει απαντήσει στον αμείλικτο εφιάλτη. Περπάτησε χαρούμενος μέσα από τα πολύβουα δρομάκια της Τόκρις μέχρι να φτάσει στις εφεδρικές πίσω πύλες της πόλης. Οι φύλακες, μόλις είχαν ξυπνήσει για την αλλαγή της βάρδιας, τον χαιρέτησαν και έκλεισαν πίσω του τις δρύινες πύλες.
Κοντοστάθηκε ο Νάθαν λίγο έξω από τις πύλες. Κοίταξε με δέος μπροστά του. Το Βαλδούριο Όρος υψωνόταν πελώριο, επιβλητικό, πανέμορφο, αλλά ταυτόχρονα μυστηριώδες και ανησυχητικά ήσυχο. Ήξερε ότι τον περίμενε μια δύσκολη ανάβαση προς την κορυφή Τελλούρια, μια διαδρομή που θα εγκυμονούσε πολλούς κινδύνους, παγίδες και κακοτοπιές. Αισθανόταν ότι όλες αυτές οι ιστορίες που του ανέφερε το προηγούμενο βράδυ ο πανδοχέας είναι αληθινές ή μάλλον δεν είναι όλες τους παραμύθια που συνήθιζαν να λέει οι ραψωδοί που ταξίδευαν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Χώρας-Γαίας. Ξεφύσησε δυνατά και ξεκίνησε με σταθερό βηματισμό την πορεία προς τον προορισμό του.
Ο ήλιος είχε ανατείλει και είχε ξεκινήσει ήδη το ταξίδι του για την δύση, όπου κάθε βράδυ αναπαυόταν μετά τη δύση του. Ο ουρανός ήταν ασυννέφιαστος και η μέρα φαινόταν ότι θα ήταν πανέμορφη. Το Βαλδούριο Όρος ήταν καταπράσινο και έδειχνε μεγάλη ζωντάνια. Όλα αυτά έκαναν τον Νάθαν να αισθανθεί άνετα και χαλαρά κάνοντάς τον να ξεχάσει τον τρομακτικό εφιάλτη που τον οδήγησε εκεί. Η διάβαση του μονοπατιού ήταν εύκολη και χωρίς κάποια σημαντικά προβλήματα και εμπόδια. Δεξιά και αριστερά του μονοπατιού τα δέντρα δέσποζαν με χάρη. Ήταν καταπράσινα, φουντωτά και μεγαλόπρεπα και τον συντρόφευαν σε όλη του την διαδρομή μέσα στο δάσος του όρους. Αν είχαν περάσει τόσα πολλά χρόνια από τη δημιουργία της Χώρας-Γαίας τα δέντρα ήταν νέα και αγέραστα. Τα πελώρια κλαδιά τους ενωνόταν πάνω από το μονοπάτι σαν ανθρώπινα χέρια δημιουργώντας μια αψίδα που άφηνε με δυσκολία το φως του ήλιου να περάσει. Ο Νάθαν απολάμβανε τη φύση που τον περιέβαλλε με τόση αγάπη και συντροφικότητα. Αν και είχε ανεβεί και άλλες φορές το Βαλδούριο Όρος η ομορφιά του ήταν αξέχαστη. Ένιωθε κάθε φορά ότι ερχόταν για πρώτη φορά.
Ανέβαινε για ώρες στο μονοπάτι σιγοτραγουδώντας κάποια τραγούδια που είχε μάθει από μικρός. Συχνά δεν άντεχε στον πειρασμό και σταματούσε να απολαύσει τα πανέμορφα και σπάνια δέντρα που περιτριγύριζαν. Κομμάτια από βράχια υπήρχαν στις άκρες του μονοπατιού και ομόρφαιναν με τα σπανιότατα λουλούδια ριφλάνδια. Τα ριφλάνδια είχαν καταπράσινα στρογγυλά φύλλα με μικρά πανέμορφα μοβ άνθη. Ο Νάθαν έσκυψε, έκοψε ένα και το μύρισε με ευχαρίστηση. Η ευωδιά του τον έκανε να ηρεμήσει. Λέγεται πως σε συνδυασμό με άλλα βότανα είχε θαυματουργικές ικανότητες. Το πήρε και το κρέμασε στο καφετί γιλέκο του. Συνέχισε να προχωράει στον μονοπάτι. Κάποια στιγμή ένα μικρό ρυάκι διέσχιζε το μονοπάτι κόβοντάς το στη μέση. Κατέβαινε από τις απόκρημνες κορυφές, για να συναντήσει τον Χαίλμοννα. Παραστρατώντας από την κύρια πορεία προς την κορυφή κατευθύνθηκε στην πηγή που ξεπρόβαλε στα γυμνά βράχια. Η πολύωρη πορεία μπορεί να μην είχε κουράσει το νεανικό κορμί, αλλά τον είχε γεμίσει με δίψα. Είχε ανάγκη για μικρή στάση για νερό σε μία από τις πάμπολλες γάργαρες πηγές του βουνού. Αφού γέμισε τα δύο παγούρια του με τρεχούμενο νερό, έσκυψε να πει για να ξεδιψάσει. Καθώς έπινε νερό άκουσε φωνή να του ψιθυρίζει:
– Νάθαν, Νάθαν, πρόσεχε! Τίποτα δεν είχε, όπως φαίνεται στο όρος. Πρόσεχε! Δεν ξέρεις που πας να μπλέξεις.
Τινάχτηκε πίσω έντρομος και έπεσε κάτω. Γύρισε και άρχισε να τρέχει προς το μονοπάτι. Μόλις έφτασε σ’ αυτό συνειδητοποίησε ότι είχε ξεχάσει τον σάκο του στην πηγή. Έπρεπε να επιστρέψει, αλλά ο φόβος που τον είχε κυριεύσει το είχε πετρώσει. Ύστερα από πολλές σκέψεις με αργά βήματα επέστρεψε στην πηγή. Άρπαξε το σάκο και έτρεξε πάλι προς το μονοπάτι. Πίσω του άκουγε φωνές να του ψιθυρίζουν «πρόσεχε, πρόσεχε!». Προχώρησε με ταχύ βήμα στο μονοπάτι απομακρυνόμενος από την πηγή. Μετά από λίγο σταμάτησε. Ο φόβος είχε ήδη φύγει και σκέψεις βασάνιζαν το μυαλό του. Οι σκέψεις έγιναν αμέσως αναπάντητα ερωτήματα. Ποία ήταν αυτή που του ψιθύρισε; Γύρω δεν υπήρχε άτομο, ούτε σε απόσταση πέντε χιλιομέτρων. Βλέπετε εκείνη η περιοχή δεν ήταν ιδιαίτερα αγαπητή στους φάλαν και δεν την πλησίαζαν. Εκείνη η φωνή όμως του φάνηκε οικεία. Σαν τα είχε ξανακούσει. Πού; Το μυαλό του σκοτείνιασε. Είδε μπροστά του σκηνές από τον εφιάλτη. Η μαυροντυμένη γυναίκα τον πρόσταζε να ακουμπήσει το δέντρο. «Μα ναι, αυτό πρέπει να είναι» αναφώνησε. Η φωνή που του ψιθύριζε ήταν ίδια με εκείνη της γυναίκας του ονείρου.
Περιεργάστηκε με προσοχή γύρω του το δάσος. Κάτι τον έκανε να ανησυχήσει. Ίσως η προειδοποίηση ότι όλα δεν είναι όπως πραγματικά φαίνονται. Τι άραγε να εννοούσε με αυτή της την φράση. Κακώς που το έβαλε στα πόδια. Αν καθόταν και ρωτούσε σχετικά θα γνώριζε περισσότερα για τα ερωτήματα που τον ταλάνιζαν. Κάτι όμως δεν του πήγαινε καλά με το δάσος. Σαν κάτι να τον ενοχλούσε από την πρώτη στιγμή που μπήκε μέσα σ’ αυτό, αλλά δεν το έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Τι ήταν αυτό όμως που έμοιαζε με παραφωνία. Ένας υπόκωφος θόρυβος διέκοψε τις σκέψεις του. Τότε μόνο κατάλαβε τι συνέβαινε γύρω του. Επικρατούσε μια γενικότερη ησυχία, μια ανησυχητική νεκρική ησυχία. Άλλοτε το δάσος ήταν γεμάτο από τα τιτιβίσματα και τα κελαηδίσματα των πουλιών και τις φωνές των άλλων ζώων. Τώρα δεν ακουγόταν απολύτως τίποτα. Γιατί άραγε;
Παράξενη αυτή η ησυχία, σκέφτηκε. Τον έκανε να αγωνιά ακόμα πιο πολύ. Επιτάχυνε το βήμα του, για να φτάσει όσον το δυνατόν πιο γρήγορα στο τέλος του δάσους. Ο Νάθαν άρχισε να περπατά ακόμα πιο γρήγορα· σχεδόν έτρεχε. Ο ήλιος ίσα που μπορούσε να τρυπώσει μέσα από τις φυλλωσιές των δέντρων, φώτιζε αχνά το μονοπάτι. Ο απόκοσμος αυτό φωτισμός μαζί με τα παιχνίδια των σκιών είχαν κουράσει τα μάτια του Νάθαν. Ένιωθε έντονη την ανάγκη να βγει από αυτό το δάσος. Πριν από λίγο απολάμβανε όσο τίποτα άλλο την διαδρομή μέσα σ’ αυτό. Εκείνη όμως η φωνή είχε αλλάξει τα πάντα. Ξαφνικά έκοψε τον ταχύ βηματισμό και ανασήκωσε το κεφάλι του. Σε μια μικρή απόσταση διέκρινε το τέλος αυτού του μονοπατιού. Από την χαρά του άρχισε να τρέχει προς την έξοδο. Βγαίνοντας από το δάσος το έντονο φως του ηλίου τον τύφλωσε και η φασαρία έκανε τα αυτιά να πονούν. Έμοιαζε λες και είχε βρεθεί από ένα κόσμο σε ένα διαφορετικό μέρος.
Όλα γύρω του έμοιαζαν φυσιολογικά. Είχε αρχίσει να συνηθίζει το έντονο φως και περιεργάστηκε το περιβάλλον γύρω του. Οι πλαγιές καταπράσινες ήταν γεμάτες από θάμνους και βράχια. Πλέον η ατραπός είχε στενέψει και είχε γίνει αναφορική. Τριγύρω πετούσαν διάφορα πουλιά. Επιτέλους να δει λίγη ζωντάνια στο δάσος, αφού μετά την είσοδό του στο δάσος τα πάντα έμοιαζαν να είχαν νεκρώσει. Πήρε στα χέρια του το κομμένο ριφλάνδιο και το μύρισε. Αμέσως ένιωσε μια ανακούφιση να τον καταλαμβάνει. Οι δυνάμεις που τον είχαν εγκαταλείψει, εκεί δίπλα στην πηγή, επανερχόταν σιγά-σιγά. Είχε αρχίσει να αισθάνεται αποπνικτικά μέσα στο δάσος.
Λίγα μέτρα παρακάτω βρισκόταν κάμποσοι βράχοι που αποτελούσαν καλό καταφύγιο για όποιον ήθελε να ξαποστάσει για λίγο από την ανάβαση του στο βουνό. Αν και πριν από μία ώρα αισθανόταν ξεκούραστος και χωρίς πρόβλημα στην ανάβαση, τώρα ένα βάρος εξακολουθούσε να πλακώνει τις πλάτες του. Αποφάσισε να καθίσει για λίγο να ξεκουραστεί. Εκεί αισθανόταν αρκετά ασφαλής. Κάθισε και ακούμπησε την πλάτη στους βράχους. ο ήλιος είχε ξεκινήσει εδώ και ώρα το τρίτο μέρος του ταξιδιού προς τη δύση του. Είχε περάσει η ώρα του μεσημεριανού φαγητού. Δεν μπορούσε να καταλάβει πως το ξέχασε. Η όλη πορεία τον είχε απορροφήσει τόσο που κατάφερε να κάνει ένα φάλαν να λησμονήσει το φαγητό του. Ήταν γνωστό σε εκείνα τα χρόνια ότι οι φάλαν είχαν μια μεγάλη αδυναμία. Δεν μπορούσαν να αντισταθούν στο φαγητό. Αν ήθελε κάποιος να τους καλοπιάσει και να τους ξεγελάσει, αρκούσε να τους προσφέρει ένα πιάτο με ζεστό και νόστιμο φαγητό. Μόλις τώρα κατάλαβε πόσο πολύ πεινούσε και άνοιξε ανυπόμονα το σάκο του. Η γυναίκα του γερο-Φαβόρ του είχε ετοιμάσει λίγο κοτόπουλο με ζεστές αχνιστές πατάτες. Τις είχαν βάλει μέσα σε ένα πήλινο σκεύος για να διατηρούνται ζεστές. Απόλαυσε αυτό το φαγητό όσο τίποτα. Ήταν το καλύτερο φάρμακο για την περίσταση, εφόσον του αποσπούσε το μυαλό από εκείνη τη φωνή. Τελείωσε γρήγορα το μικρό γεύμα και ξάπλωσε λίγο να ξεκουραστεί. Χωρίς να το καταλάβει τα βλέφαρα βάρυναν και έκλεισαν. ούτε που κατάλαβε πως τον λαγοκοιμήθηκε. Κάποια στιγμή πετάχτηκε όρθιος έντρομος, μιας και κοιμόταν εδώ και μιάμιση ώρα. Το βουνό είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και ο ήλιος κατευθυνόταν προς τον τόπο της ανάπαυσής του.
Κοιτάζοντας γύρω του ανήσυχα ο Νάθαν έσκυψε και πήρε το σάκο για να συνεχίσει την ανάβαση. Τα είχε με τον εαυτό του που τον πήρε ο ύπνος πριν από μία ώρα. Είχε ήδη ξεκινήσει καθυστερημένα το πρωί και δεν είχε πολλές δυνατότητες για να φτάσει στην κορυφή προτού δύσει ο ήλιος. Ήθελε να βρισκόταν εκεί με το φως της ημέρας, ώστε να ψάξει για ένα ασφαλές καταφύγιο, ώστε να διανυκτερεύει όσο το δυνατόν ακίνδυνα. Η ανάβαση είχε αρχίσει να γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Η ατραπός ήταν γεμάτη από κάθε λογής πέτρες και χαλίκια. Δεξιά του ο γκρεμός έχασκε έτοιμος να ροφήξει στα έγκατά του, όποιον αφηρημένο έκανε το μοιραίο λάθος. Ο Νάθαν σταμάτησε για να παρατηρήσει αυτόν τον ανυπέρβλητο και απύθμενο γκρεμό, στο οποίου την άκρη περπατούσε. Με προσεκτικότερο βηματισμό ανέβει το δύσκολο κομμάτι του βουνού. Το μονοπάτι άρχισε να κινείται κυκλικά γύρω από την κορυφή.
Ύστερα από μισή ώρα ο ήλιος είχε δύσει τελείως και το φεγγάρι είχε κάνει την εμφάνιση στον ουρανό του Βαλδούριου Όρους. Είχε σχεδόν τελειώσει το δύσκολο κομμάτι της ανάβασης, όταν όλα άρχισαν να αλλάζουν ραγδαία. Δεν αντιλήφθηκε αμέσως την αλλαγή που συντελούνταν γύρω του. Η ατραπός γινόταν όλο πιο βατή για αυτόν και το ξερό τοπίο γέμιζε σιγά – σιγά από κάποια δέντρα και περισσότερους θάμνους. Όλο το τοπίο είχε γίνει πολύ οικείο. Τόσο πολύ οικείο που τον έκανε να αγωνιά. Αν και ήταν η πρώτη του φορά που ανέβαινε στην περίφημη κορυφή Τελλούριας, ωστόσο ήταν ένα γνώριμο μέρος για αυτόν. Τα πάντα ταίριαζαν αρκετά με το μέρος που διαδραματιζόταν τα γεγονότα στον εφιάλτη. Βέβαια είχε διαφορές, ωστόσο τίποτα δεν τον ξεγελούσε ότι δεν πρόκειται για συγγενή τοποθεσία. Ρίγος κυρίευσε το νεανικό κορμί του. Αυτός ο εφιάλτης τελικά θα γινόταν πραγματικότητα;
Οπλίστηκε με όσο θάρρος του είχε απομένει και άρχισε την ανάβαση για το τελικό κομμάτι. Τα σύννεφα είχαν κιόλας καλύψει το νυχτερινό ουρανό της Τελλούριας κορυφής και το φεγγάρι αχνά μπορούσε να ξεπροβάλλει. Οι πρώτες σταγόνες έπεσαν με ορμή στον ιδρωμένο πρόσωπό του. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα η καταιγίδα είχε ξεσπάσει για τα καλά. Η βροχή δυνάμωσε τόσο όσο η ανάβαση γινόταν όλο και πιο δύσκολή και η ορατότητα σχεδόν μηδενική κάνοντας την πορεία κουραστική. Ο αέρας λυσσομανούσε βίαια και λύγισε τα διάφορα αιωνόβια δέντρα που περιστοίχιζαν την ατραπό και το λιγοστό φως από την ετερόφωτη σελήνη εξέλειπε με την πάροδο των λεπτών. Γύρω αισθανόταν ότι όλη η φύση συνωμοτούσε εναντία και του ετοίμαζε μία παγίδα έτοιμη να τον αφανίσει. Ο Νάθαν κοιτούσε γύρω του με αγωνία, αφού τα δέντρα γύρω απέκτησαν ξαφνικά μάτια! Θυμήθηκε τότε τις κουβέντες του γερο-Φαβόρ για τις προειδοποιήσεις του. Πρέπει να ήταν τα ματοπούλια που φώλιαζαν στους λόφους του Θωχάλ και ξυπνούσαν από τον λήθαργο της μέρας για να κατασκοπεύσουν τα πάντα. Φαίνεται ότι το κακό είχε δραστηριοποιηθεί τον τελευταίο καιρό. Κάτι ετοίμαζε, αλλά τι ακριβώς; Και τι σχέση είχαν όλα αυτά με τον ίδιο; Πίστευε ότι σύντομα θα μπορούσε να ξεκαθαρίσει κάπως το μυστήριο και το ομιχλώδες τοπίο.
Ένας υπόκωφος θόρυβος ανάγκαζε τον Νάθαν να στραφεί προς τα πίσω. Στο βάθος του μονοπατιού διέκρινε κίνηση. Κάτι κινούταν με εκπληκτική ταχύτητα προς το μέρος του. Έπρεπε να είναι τάδων. Τρομοκρατημένος άρχισε να τρέχει προς την κορυφή εγκαταλείποντας την ατραπό για να μην είναι εύκολος στόχος. Το τρέξιμο στην χορταριασμένη πλαγιά του βουνού δεν ήταν καθόλου εύκολη. Αντιθέτως το βατωτό και κακοτράχαλο πεδίο τον ανάγκαζε να κόβει ταχύτητα. Αρκετές φορές έπεφτε και ξανασηκωνόταν, ξανάπεφτε και πάλι στεκόταν όρθιος. Πίσω του ο τάδων τον ακολουθούσε καταπόδας. Δεν γυρνούσε να κοιτάξει πόση απόσταση τους χώριζε. Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος και απειλητικός. Δρασκέλιζε ταχύτητα την διαδρομή πίσω από τον Νάθαν χωρίς να τον πειράζει που το μέρος ήταν δύσβατο. Καθώς έτρεχε ανάμεσα στα δέντρα ο Νάθαν έπεσε κατάχαμα δίπλα σε ένα μεγάλο βράχο που είχε ένα φυσικό κοίλωμα. Ήταν η κατάλληλη ευκαιρία για να κρυφτεί, καθώς σύμφωνα με τις φαλανικές δοξασίες οι τάδοντες δεν είχαν καλή όσφρηση και η όραση τους μέσα στο σκοτάδι ήταν μειωμένη, όπως ακριβώς συμβαίνει με τα περισσότερα όντα της Χώρας-Γαίας. Με μια απότομη και εκπληκτική κίνηση ο Νάθαν χώθηκε στο βαθούλωμα του βράχου. Μαζεύτηκε εκεί μέσα και κράτησε την αναπνοή. O τάδων πλησίασε την περιοχή που είχε κρυφτεί ο νεαρός φάλαν. Κοίταξε γύρω του με προσοχή. Μα που είχε πάει έμοιαζε λες και είχε ανοίξει η γη και το είχε καταπιεί. Μάλλον θα κρύφτηκε μέσα στα δέντρα και δε θα το είχε προσέξει. Ο νεαρός φάλαν άκουγε πάνω από το κεφάλι του την βαριά αναπνοή του τάδοντα. Τα βήματα του όλο και απομακρυνόταν από αυτόν. Έβγαλε το κεφάλι του έξω με προσοχή και κοίταξε προς τα πίσω. Το άγριο ζώο περπατούσε με προσοχή τα δέντρα και κατέβαινε αργά την πλαγιά. Αποφάσισε να βγει από την κρυψώνα και να κατευθυνθεί προς την κορυφή.
Η καταιγίδα είχε κάπως κοπάσει. Επικρατούσε μια νεκρική ησυχία που διακοπτόταν μόνο από κάποιους κεραυνούς. Η μια μυστηριώδης ομίχλη είχε καλύψει την περιοχή. Ήταν τόσο πυκνή που αισθανόταν σαν να τον ακουμπούσε· μα σα λευκό πέπλο τον σκέπαζε και τον προφύλαγε από τον κίνδυνο. Σκυμμένος για να καλύπτεται πλήρως από την ομίχλη ανέβηκε την πλαγιά. Κάπου-κάπου γυρνούσε πίσω να δει που βρισκόταν ο τάδων που μέχρι από λίγη ώρα βρισκόταν πίσω του έτοιμος να τον κατασπαράξει. Ανακουφισμένος που είχε ξεφύγει προς το παρόν τον κίνδυνο ανέβαινε την κορυφή.
Είχε πλησιάσει αρκετά στην κορυφή της Τελλούριας στο Βαλδούριο Όρος, όταν διέκρινε κάτι να ξεχωρίζει πάνω σ’ αυτήν. Ήταν σίγουρο τι ακριβώς υπήρχε εκεί. «Μακάρι να μην είναι το Δέντρο στην καταιγίδα...» ευχήθηκε. Η ευχή του διακόπηκε από αστραπές και κεραυνούς. Όλο το βουνό φωτίστηκε από τα φώτα του ουρανού. Στην Τελλούρια κορυφή ορθωνόταν αγέρωχο και επιβλητικό ένα δέντρο· μια καταπράσινη πελώρια και αιωνόβιος δρυς. Ο φόβος μεγάλωσε ακόμα περισσότερο μέσα στην τρομαγμένη καρδιά του Νάθαν. Τελικά ο εφιάλτης γινόταν πραγματικότητα. Ωστόσο πίστευε ότι είχε έρθει η στιγμή να λυθεί αυτό το μυστήριο. Είτε πεπεισμένος ότι απόψε θα έπαιρνε όλες τις απαντήσεις. Πόσο έξω έπεφτε· εκείνη η μέρα θα ξεκινούσαν όλα. Είχε φτάσει σχεδόν δίπλα στην δρυ όταν διαπίστωσε ότι και στα δυο χέρια είχε ζωγραφιστεί το Δέντρο στην καταιγίδα. Πισωπάτησε φοβισμένος περιμένοντας τον κεραυνό που θα έκοβε το δέντρο στη μέση. Δεν πρόλαβε να κάνει ένα βήμα ακόμα και ένας τρομερός κεραυνός ξέσχισε τον ουρανό στα δυο και καρφώθηκε πάνω στην αιωνόβιο δρυ. To χιλιόχρονο δέντρο κόπηκε στη μέση· μόνο στις ρίζες του κρατιόταν και δεν έπεφτε τελείως κάτω. Ο Νάθαν κατευθύνθηκε προς τον γκρεμό που βρισκόταν πίσω από το δέντρο.
Μια μαυροντυμένη γυναίκα αιωρούταν στον γκρεμό· είχε κάτασπρα μαλλιά και διαφανή φτερά στην πλάτη της που την κρατούσαν στον αέρα. Τον πλησίασε και με βροντερή φωνή:
«Γιατί δεν κάνεις αυτό για το οποίο ήρθες; Δεν ξέρεις τι πρέπει να κάνεις;»
«Φυσικά και ξέρω, αλλά θέλω πρώτα κάποιες απαντήσεις σε ερωτήματα που με βασανίζουν» απάντησε ο νεαρός φάλαν.
«Μην ανησυχείς. Για όλα θα πάρεις απαντήσεις, αλλά εν καιρώ. Είσαι ακόμα στην αρχή. Τώρα ακούμπησε τα χέρια σου στο δέντρο της ζωής του βουνού. Βοήθησέ το να υγιάνει, γιατί όλο το Βαλδούριο Όρος απειλείται αν αυτό καταστραφεί».
«Όχι, αν δεν μου πεις πρώτα πια είσαι εσύ και γιατί εγώ; Τόσοι φάλαν υπάρχουν στην Δαμεκόν και γιατί επιλέξανε εμένα;» φώναξε έχοντας αναθαρρήσει.
«Είμαι η Μελάνια, το αερικό προστάτης σου και έχω έρθω για να σε καθοδηγήσω στην πορεία που σου έλαχε. Ποια είναι αυτή πορεία, θα την μάθει στο τέλος της. Δεν γίνεται να σου πω τώρα καθώς ούτε και εγώ ξέρω να σου πω περισσότερα. Η απάντηση στο άλλο σου ερώτημα είναι ότι εσύ είναι ο Εκλεκτός από τους τέσσερις Αιρετούς. Επιλέχτηκες για κρύβεις μέσα σου δυνάμεις που δεν τις γνωρίζεις. Μην αργοπορείς περισσότερο για όσα πρέπει να κάνεις» του είπε η Μελάνια.
Ο Νάθαν είχε μάθει κάποια από την αλήθεια που ήταν κρυμμένη μέσα στους εφιάλτες του. Επέστρεψε στο δέντρο και με αποφασιστικότητα ακούμπησε τα δύο χέρια του στα κομμάτια της δρυός. Η δρυς απορροφώντας δύναμη μέσα από τον Νάθαν άρχισε να ενώνεται και να ξανακολλά σε ένα. Όταν το δέντρο έγινε πάλι σχεδόν όπως πριν, τράβηξε τα χέρια του και είδε πως πλέον το Δέντρο στην Καταιγίδα είχε αποτυπωθεί στο δεξί του χέρι. Γύρισε να φύγει και αντίκρισε πίσω την Μελάνια με ολόλευκη στολή.
«Περίμενε να τελειώσω αυτό που ήρθες να κάνεις» είπε και κατευθύνθηκε προς το δέντρο. Μια μαγική αστρική δύναμη βγήκε από μέσα και εισέβαλλε μέσα στο δέντρο και το πλημμύρισε από ζωή. Τώρα το δέντρο είχε αποκτήσει εκείνη την μαγική εικόνα που είχε στους εφιάλτες του. Έλαμπε ολόκληρο, τα φύλλα του έμοιαζαν να παίζουν μια θεϊκή μουσική και η ακτινοβολία του φώτιζε την Τελλούρια κορυφή. Ο Νάθαν έμεινε να κοιτάζει αποσβολωμένος. Λίγο πριν εξαφανιστεί η Μελάνια του έδωσε κάποιες συμβουλές:
«Νάθαν, είναι ώρα να φύγω. Σε λίγο ο ήλιος θα ξεκινήσω το ταξίδι του για την δύση και εσύ πρέπει να επιστρέψεις. Όλα τώρα σου φαίνονται παράξενα. Πρέπει όμως να μάθεις ότι όλα αυτά σχετίζονται με το παρελθόν σου. Κάποιοι μπορούν να σε καθοδηγήσουν στην πορεία σου. Προς το παρόν πρέπει να μάθεις κάποιες ιστορίες από την μητέρα σου και τον καθοδηγητή της Σχολή της Σοφίας στην Κεν. Θα σε περιμένει. Να είσαι όμως προσεκτικός. Δεν είναι όλα όπως φαίνονται. Πήγαινε τώρα. Θα τα πούμε σύντομα. Και κάτι ακόμα που δεν πρέπει να ξεχάσεις: η παρουσία μου να μείνει όσο το δυνατόν κρυφή! Σήμερα ξεκινά το ταξίδι που θα σου αλλάξει τη ζωή». Έτσι του αποκρίθηκε και εξαφανίστηκε πετώντας προς τον γκρεμό.

